You are here
Home > ΔΙΑΤΡΟΦΗ > Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D

Βιταμίνη D :  Πολύτιμος σύμμαχος υγείας για όλες τις ηλικίες. Η «βιταμίνη του ήλιου».

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία συνθέτεται στον οργανισμό κυρίως μέσω της επίδρασης της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου στο δέρμα μας, αλλά προσλαμβάνεται και από ορισμένες τροφές.

Είναι το «φάρμακο» το οποίο μπορεί να κτίζει γερά οστά, να δυναμώνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα και να μειώνει τον κίνδυνο για διαβήτη, καρδιοπάθειες, καρκίνο και Αλτσχάϊμερ και το αποκαλούν ορισμένοι επιστήμονες η «βιταμίνη του ήλιου».

Τι είναι η Βιταμίνη D;

Είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη, η οποία σχηματίζεται στον οργανισμό κυρίως μέσω της επίδρασης της ηλιακής υπεριώδους ακτινοβολίας από το δέρμα, αλλά προσλαμβάνεται και από ορισμένες τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D. Οι δύο μορφές (μεταβολίτες) της βιταμίνης D είναι η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) η οποία περιλαμβάνεται στις τροφές και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) η οποία παράγεται στο δέρμα μέσω της έκθεσης του από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Η βιταμίνη D αλληλεπιδρά με περισσότερα από 2,500 γονίδια στο ανθρώπινο σώμα.

Chemical formula of vitamin d

Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία δύο από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια του κόσμου, του Harvard και του UCLA της Καλιφόρνιας, συμπέρανε ότι η παρουσία της βιταμίνης D είναι απαραίτητη για να μπορούν τα κύτταρα να έχουν πρόσβαση στη «βιβλιοθήκη» του DNA.  Φαίνεται λοιπόν, πως η βιταμίνη D είναι ένα από τα κλειδιά για την ενεργοποίηση των γονιδίων μας.

Η πιο γνωστή, μέχρι πρόσφατα, δράση της βιταμίνης D είναι η αύξηση της απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου από το έντερο για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση υγιών οστών, καθώς και η ενίσχυση της νευρομυϊκής λειτουργίας. Ακόμη όμως και εάν υπάρχει μια πλούσια διατροφή σε ασβέστιο, χωρίς ικανοποιητική βιταμίνη D το ασβέστιο δεν μπορεί να απορροφηθεί. Πρόσφατες μελέτες, αλλά και αρκετές άλλες που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρουσιάζουν συνεχώς και νέα στοιχεία

Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D λαμβάνει σήμερα διαστάσεις επιδημίας. Παρότι τα περισσότερα τρόφιμα είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D, οι ειδικοί λένε πως σπανίως μπορεί να προσλάβει κάποιος τις απαιτούμενες ποσότητες μέσω του φαγητού.

Η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης D στον οργανισμό διαδραματίζει βασικό ρόλο στην πρόληψη συγκεκριμένων τύπων καρκίνου, διαβήτη, καρδιαγγειακών παθήσεων, υπέρτασης, πολλαπλής σκλήρυνσης, ρευματοειδούς αρθρίτιδας, βοηθά στη μείωση των φλεγμονών, στην καλή ρύθμιση και ενδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος  και γενικά  η βιταμίνη D φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη συνολική υγεία.

Υπολογίζεται ότι 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι περίπου, έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D, με εμφανείς επιπτώσεις τόσο στην υγεία τους, όσο και στην ποιότητα της ζωής τους.

Αυτή τη στιγμή η εξέταση με τη μεγαλύτερη συχνότητα που ζητείται από τους γιατρούς στις ΗΠΑ είναι η μέτρηση της  βιταμίνης D στο αίμα.

 Πηγές Βιταμίνης D : 

Ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να συνθέσει το 90% της βιταμίνης D μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου και μόνο το 10% μέσω των τροφών. Με εξαίρεση τα λιπαρά ψάρια, το συκώτι και το αυγό, τα υπόλοιπα τρόφιμα περιέχουν ελάχιστη βιταμίνη D.   Μερικές τροφές (γάλα, χυμός πορτοκαλιού, δημητριακά) μπορούν να ενισχυθούν με βιταμίνη D, αλλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Το επίπεδο της βιταμίνης D αυξάνεται σημαντικά με την έκθεση στο ηλιακό φως.  Θεωρητικά, η καθημερινή έκθεση στον ήλιο για μερικά λεπτά είναι σε θέση να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού. Ή αλλιώς 15-20 λεπτά έκθεσης στο ηλιακό φως από τις 10 πμ μέχρι τις 2 μμ, χωρίς αντηλιακό, 3 φορές την εβδομάδα είναι ικανό χρονικό διάστημα ώστε να παράσχει στον οργανισμό την απαιτούμενη ποσότητα βιταμίνης D. Στο διάστημα αυτό ο οργανισμός μπορεί να παράξει 10.000 μέχρι με 20.000 μονάδες (IU) βιταμίνης D.
Η ικανότητα της παραγωγής βιταμίνης D από τον οργανισμό μειώνεται με τα χρόνια, με αποτέλεσμα η έλλειψή της να είναι κοινή στις μεγαλύτερες ηλικίες, τα αντηλιακά επίσης τα οποία είναι σημαντικά για την προστασία από τον καρκίνο του δέρματος εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας, καθώς και η αυξημένη μελανίνη του δέρματος, παρεμποδίζουν το σχηματισμό της βιταμίνης D.

Ποιοι οι κίνδυνοι από έλλειψη Βιταμίνης D;

Επιστημονικές μελέτες έχουν συνδέσει την έλλειψη ή την ανεπάρκεια της βιταμίνης D με τις πιο κάτω παθήσεις:

  • Στα παιδιά μπορεί να προκαλέσει Ραχίτιδα, μια πάθηση των οστών που οδηγεί σε κακή ανάπτυξη με αδύνατα οστά, καθυστερημένη ανάπτυξη και κακή λειτουργία του ανοσοποιητικού.
  • Στους ενήλικες μπορεί να έχει επίσης επιπτώσεις στην καλή υγεία των οστών προκαλώντας Οστεομαλακίακαι Οστεοπόρωση.
  • Η ανεπάρκεια βιταμίνης D, μπορεί να οδηγήσει νεογέννητα και μικρά παιδιά για το υπόλοιπο της ζωής τους να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης  Ρευματοειδούς αρθρίτιδας, Διαβήτη, Πάρκινσον, Αλτσχάϊμερ, Πολλαπλής Σκλήρυνσης, φλεγμονών του εντέρου, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του ορθούκαι του εντέρου, του ενδομητρίου, του μαστού, του δέρματος, του παγκρέατος, του προστάτη, ή λέμφωμα, όλα εξαιτίας της κακής λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.
  • Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν συνδεθεί με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσειςόπως υπέρτασηέμφραγμα του μυοκαρδίουαγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια,  καρδιακή ανεπάρκεια καθώς και με διαβήτη.

Ποιοι οι κίνδυνοι από υπερβιταμίνωση Βιταμίνης D;

Η τοξικότητα της βιταμίνης D αποτελεί αιτία της υψηλής πίεσης του αίματος, αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα, που προκαλείται από την αυξημένη εντερική απορρόφηση του ασβεστίου, με απώλεια οστού και σχηματισμό πετρών στα νεφρά, γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ανορεξία, ναυτία και έμετο. Αυτά τα συμπτώματα συχνά ακολουθούνται από πολυουρία, πολυδιψία, αδυναμία, νευρικότητα, κνησμός (φαγούρα), και τελικά νεφρική ανεπάρκεια. Άλλες μελέτες έδειξαν αυξημένο κίνδυνο ισχαιμικής καρδιοπάθειας εξαιτίας της ασβεστοποίησης των αγγείων.
Προσοχή: Η χορήγηση βιταμίνης D χωρίς προηγούμενη μέτρηση των επιπέδων της, μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα με ανεπιθύμητα αποτελέσματα.

Σύμφωνα με διάφορες έρευνες οι ειδικοί προτείνουν τα πιο κάτω επίπεδα ως ενδεικτικά για:

Έλλειψη: < 10 ng/ml ,             Ανεπάρκεια: 10-30 ng/ml,

                                 Επάρκεια: 30-100 ng/ml,        Τοξικότητα: > 100 ng/ml 

 

Μετρήστε και βελτιώστε τα επίπεδα της Βιταμίνης D.
Η ακριβής εκτίμηση και αξιολόγηση των επιπέδων της βιταμίνης D στηρίζεται στη μέτρηση των επιπέδων της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D (D2+D3), που είναι αυτή τη στιγμή η εξέταση που ζητείται με τη μεγαλύτερη συχνότητα από τους γιατρούς στις ΗΠΑ.   

Συνεπώς, η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης D στον οργανισμό, μέσω του προσδιορισμού της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D, είναι σημαντική για την προστασία και τη διατήρηση της καλής υγείας και της βελτίωσης της ποιότητας της ζωής, βοηθώντας ταυτόχρονα και στην πρόληψη διαφόρων παθολογικών καταστάσεων και σοβαρών νοσημάτων.

 

Πηγή: Δρ. Θωμάς Γκορίλας

Similar Articles

Leave a Reply

Top